Γιώργος Γρ. Γραβάνης
11 του Σεπτέμβρη 2026 Ο μπάρμπα Γιώργος έφυγε, στα εκατό και… τρία!
Τρία χωριά συνέδεσε, σημαδεμένο «τρία».
Απ’ τη Γεωργίτσα οι ρίζες του, στο Διάκο γεννημένος
και στο Μελίσσι στα στερνά, στους Άγιους Θεοδώρους.
Με τη Θυμία γέννησε παιδιά, δύο τριάδες,
τρία κορίτσια όμορφα, τριάδα και τ’ αγόρια!
Είδε παιδιά κι εγγόνια, τρισέγγον' αρκετά.
Μια κόρη χάνει στην αρχή κι έπειτα το γαμπρό του.
Ακολουθά η σύντροφος κι ένας απ’ τα εγγόνια.
Εδώ χαλάει η συνταγή το τρία φέρνει κι άλλον.
Φέρνει κι αυτού το θάνατο, που θάνατος δεν είναι.
Είναι χαρά που έζησε κι έφυγε αγκαλιασμένος
με τα παιδιά του, να ‘χουνε στην έγνοια τους εκείνον.
Ο μπάρμπα Γιώργος έφυγε, το λεν όλα τα Χάσια!
Τα Παλιοχώρια, το Τσερνόκι, η βουερή Τζιαρούνα.
Το λέει ο Τριαντάφυλλος, η Βίγλα, ο Λαγογιάννης,
που έβοσκε και πότιζε τα ζωντανά - «η χαρά του»!
Τον φοβηθήκαν τα βουνά, τ’ αγρίμια και τα δάση!
Χωράφια, πλάγια, μαντρινιές, στράτες και μονοπάτια.
Δύο πολέμους έζησε, ο ένας ματωμένος.
Ποια ιστορία ήθελες; εκείνος διηγιόταν,
περήφανος για τη ζωή, που «δεν τα παρατούσε»!
Σύντροφο είχε δίπλα του, τον αδερφό του, Γιάννη.
Μαζί ζούσαν τον πόνο τους, μαζί και τις χαρές τους,
μα, έφυγε νωρίτερα, τον άφησε μονάχο.
Ευλογημένοι κι ευτυχείς αυτοί οι Γραβαναίοι!
Τα Χάσια όλα όργωναν με το περπάτημά τους!
Τρία χωριά συνέδεσε, σημαδεμένο «τρία».
Απ’ τη Γεωργίτσα οι ρίζες του, στο Διάκο γεννημένος
και στο Μελίσσι στα στερνά, στους Άγιους Θεοδώρους.
Με τη Θυμία γέννησε παιδιά, δύο τριάδες,
τρία κορίτσια όμορφα, τριάδα και τ’ αγόρια!
Είδε παιδιά κι εγγόνια, τρισέγγον' αρκετά.
Μια κόρη χάνει στην αρχή κι έπειτα το γαμπρό του.
Ακολουθά η σύντροφος κι ένας απ’ τα εγγόνια.
Εδώ χαλάει η συνταγή το τρία φέρνει κι άλλον.
Φέρνει κι αυτού το θάνατο, που θάνατος δεν είναι.
Είναι χαρά που έζησε κι έφυγε αγκαλιασμένος
με τα παιδιά του, να ‘χουνε στην έγνοια τους εκείνον.
Ο μπάρμπα Γιώργος έφυγε, το λεν όλα τα Χάσια!
Τα Παλιοχώρια, το Τσερνόκι, η βουερή Τζιαρούνα.
Το λέει ο Τριαντάφυλλος, η Βίγλα, ο Λαγογιάννης,
που έβοσκε και πότιζε τα ζωντανά - «η χαρά του»!
Τον φοβηθήκαν τα βουνά, τ’ αγρίμια και τα δάση!
Χωράφια, πλάγια, μαντρινιές, στράτες και μονοπάτια.
Δύο πολέμους έζησε, ο ένας ματωμένος.
Ποια ιστορία ήθελες; εκείνος διηγιόταν,
περήφανος για τη ζωή, που «δεν τα παρατούσε»!
Σύντροφο είχε δίπλα του, τον αδερφό του, Γιάννη.
Μαζί ζούσαν τον πόνο τους, μαζί και τις χαρές τους,
μα, έφυγε νωρίτερα, τον άφησε μονάχο.
Ευλογημένοι κι ευτυχείς αυτοί οι Γραβαναίοι!
Τα Χάσια όλα όργωναν με το περπάτημά τους!
Οι κορυφές και τα βουνά θα τους θυμούνται πάντα…
Λεωνίδας
*
